'' ΧΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ '' . Μιχάλη Γ. Καριάμη

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΤΟΎΝ





ΚΥΔΙΑΝΤΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ





Δεν τα άκουσα από παλιές διηγήσεις. Τα έζησα και τα βίωσα στα παιδικά μου χρόνια στον Κορυδαλλό. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του πενήντα (1950). Οι τότε διαβιούντες από την μεγάλη παροικία των Κυδιαντούσων και Λαγκαδούσων της Αττικής, τα πρώτα χρόνια, μαζευόμαστε στην ''αλάνα'', έξω από το σπίτι του αξέχαστου θείου Ανέστου Στάθη. Μια απίστευτα μεγάλη παρέα τριακοσίων και πλέον ανθρώπων.  Από πολύ ενωρίς, από κάθε μεριά της Αττικής γης, συγγενείς, φίλοι και συγχωριανοί μας, ερχόντουσαν στο ''Κουτσουκάρι''   (Σημερινός Δήμος Κορυδαλλού),για να διασκεδάσουν την ξεχωριστή αυτή ημέρα της ''Καθαρής Δευτέρας''. Δεν υπήρχαν πολλοί τρόποι τότε εκτός από το λεωφορείο ή τα πόδια.   Έστρωναν κατάχαμα στη γη, τις ''κουρελούδες'' από πάνω τα  τραπεζομάντιλα και τα φαγητά τους από νωρίς το πρωί. Απαραίτητα συντρόφευαν  την παραδοσιακή Λαγάνα οι Χιώτικες ελιές (κουρμάδες). Ταραμοσαλάτα. Φασόλες βραστές σαλάτα και απαραιτήτως Τουρσιά, Ρόκα και Κάρδαμο και άφθονη ''ρετσίνα''. Δεν ήθελαν και πολλά για να αρχίσει το νταβαντούρι. Ξεκινούσαν με αστεία. Απίθανα παιχνίδια. Έκαμναν ότι έκαναν στο χωριό τους, την Κυδιάντα της  Χίου. 


Πρώτοι που έκαναν την αρχή να ντυθούν ''κουδουνάτοι'', ήταν οι αξέχαστοι, αγιασμένοι ανθρώποι, ο γιγαντόσωμος παππούς μου Κωνσταντής  Μπουσσές. Ο θείος Ανέστος Στάθης . ο Θείος μου Γιάννης Καριάμης. ο μπάρμπα Αντώνης Πούλος. Τα όμορφα παιχνίδια τους περιελάμβαναν μουντζουρώματα με φούμο - μαύρο λούστρο των παπουτσιών - κατακάθια του καφέ και ότι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Συνέχιχαν με τις ''Προσβολές'', το ''Παπούτσι - Παλιοπάπουτσο'' . '' Δεν περνάς κυρά Μαρία''. Την ''Πινακωτή'' . το ''Αλάτι  ψιλό - Αλάτι χοντρό'' . ''Μπιζ'' και ότι δεν μπορεί να φανταστεί ο νους του σημερινού ανθρώπου. Τονίζω ...Γέροντες και γερόντισσες με άσπρα μαλλιά, διασκέδαζαν και χαιρόντουσαν σαν παιδιά αυτή την ημέρα μαζί με τα παιδιά και α εγγόνια τους. Όλοι μαζί ένα σώμα. Μια ψυχή . Τίμιοι- Αγαπημένοι και Αδερφομένοι. Ποτέ μα ποτέ, όσα χρόνια κράτησε αυτό το έθιμο δεν έλαχε να συμβεί η παραμικρή παρεξήγηση ή κάτι το αναπάντεχο που να χαλάσει τη διάθεση ανθρώπου. Κάποια στιγμή ξεκινούσε ο παραδοσιακός χορός μας ο '' Αμπιδινός'' . 


Ένας απέραντος αργόσυρτος  κύκλος ανθρώπων πιασμένων ΄΄αλαμπρατσέτα''   με τον κορυφαίο, πάντα καλλίφωνο, να τραγουδά μόνος και οιυπόλλοιποι να επαναλαμβάνουν. Θυμάμαι κάποτε, όταν άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας μας, ήρθαν και κάθισαν τριγύρω από εμάς και απολάμβαναν την όμορφη διασκέδαση μας, ώσπου στο τέλος ξεθάρρεψαν και ενσωματώθηκαν μαζί μας.     Όταν οι ''αλάνες'' έπαψαν να υπάρχουν, κατ επιθυμία του ζεύγους των αγαπημένων μου θείων Βασίλη Πολυμέρη και Αργυρώς Μπουσσέ (αδερφής της Μητέρας μου),  αυτή την σημαδιακή ημέρα, μαζευόμασταν όλοι οι χωριανοί στο σπίτι τους. Αδειάζαμε  το σπίτι από όλα τα έπιπλα και τα κρεβάτια ώστε να υπάρχει άπλετος χώρος για κάθε είδους τρέλα και χορό. Οι χουβαρδάδες οικοδεσπότες, προσέφεραν με ευχαρίστηση στους καλεσμένος τις λαγάνες τα τουρσιά το κρασί και φυσικά τον οίκο και την αγάπη τους. Θυμάμαι, στις αρχές τις δεκαετίας του εξήντα (1960), μια ατέλειωτη αλυσίδα ανθρώπων να χορεύει ''Γιάνκα''. Περνούσαμε μάσα από τέσσερα συνεχόμενα δωμάτια ,,, συνεχίζαμε στα μπαλκόνια. Από την εξωτερική σκάλα ανεβαίνομε στην ταράτσα- κατεβαίναμε και συνεχίζαμε στο σπίτι  όταν ακόμα οι άλλοι ανέβαιναν ....Μια ακούραστη περιστρεφόμενη - περιφερόμενη τρέλα. Χρόνια αξέχαστα. Όταν πλέον άρχιζε να νυχτώνει και οι μακρινοί έπρεπε να ... αλαργεύουν ... τότε ήταν το ξεφάντωμα μέχρι τελικής πτώσεως. Βάζαμε στο γραμμόφωνο αλλεπάλληλα Χασαποσέρβικά  ...  Έως ότου και ο τελευταίος δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. 


Θα κάνω ειδική αναφορά στον καλύτερο χορευτή τον αξέχαστο θείο Χρήστο Φερεντίνο και την καλλίφωνη σύζυγο του Δροσούλα, 
αδερφή της Μητέρας μου. Πραγματικό αηδόνι όταν τραγουδούσε. Στον Ζωρζή Γιαννόπαππα.  Μαρίτσα Γαβαλά. Κάθε χρόνο θα τραγουδούσαν το τραγούδι που τις χαρακτήριζε η Θεία Παράσχο Ζαννή Χαβιάρα (η Χοντρή), με το :

'' Νάμουν στην Σύρα, Συριανός  ..... ''

Η θεία Κατίνα Λάμπρου Χαβιάρα, με αναφορά στο ...''Αγρελωπό'' της

''Καλύτερα στ' Αγρελωπό
να μάζευα βατάκια
παρά στα εργοστάσια
να πιάνω τα μπαμπάκια''


 και την αξέχαστη μητέρα μου Ανθή Καριάμη (Μουσσέ) με το ''Φορτηγό Γαρουφαλιά''.

''Ανάμεσα στη θάλασσα
θα κτίσω ένα φουγλάρο 
για να περνά ο Μπαμπάκας μου
ν' ανάβει το τσιγάρο. ''

 Θα σταθώ στην σεβάσμια και αγαπητή θεία Αμαλία Φερεντιντίνου η οποία πάντα, μετά από πολλά παρακάλια των παιδιών της Θοδώρας - Χρήστου και Βασίλη, για να μην τους χαλάσει το χατήρι, κατακόκκινη από ντροπή έλεγε το παρακάτω τραγούδι.
  
Εφέτος  τις απόκριες
εφέραν δυο σακιά ψωλές
και τις αφήσανε στ’ αλώνι
Και σαλτάραν σαν δαιμόνοι.

Τρέξανε οι παντρεμένες
κι’ επήραν από δυο οι καημένες
ετρέξανε  κ΄ οι λεύτερες
κι’ επήραν  από τέσσερες

Μα μια χήρα παπαδιά,
Δεν επρόκαμε καμιά.
Βρε παιδιά, βρε παλικάρια
Για τινάχτε τα τσουβάλια

Και τινάζουν τα τσουβάλια,
Πέφτει μια με δυο κεφάλια
Τούτηνα είναι για μένα
Πουν τα μέσα μου καμένα

Παραλλαγή  του ιδίου άσματος του χωριού της Κυδιάντας Χίου
Το τραγουδούσε η συμπεθέρα μας αξέχαστη Αμαλία Φερεντίνου

Ένα γέρο- γεροντάκι
Μένα άσπρο γαδουράκι.
Είχε πούτσους φορτωμένους
Και καλοδεματιασμένους

Ήρτανε  οι παντρεμένες
κι’ επήραν από δυο οι καημένες
τρέξανε  κ’ οι λεύτερες
κι’ επήραν  από τέσσερες

Μα μια χήρα παπαδιά,
Δεν επρόκαμε καμιά.
Βρε παιδιά, βρε παλικάρια
Για τινάχτε τα τσουβάλια

Και τινάζουν τα τσουβάλια,
Πέφτει μια με δυο κεφάλια
Τούτηνα είναι για μένα
Πουν τα μέσα μου καμένα




Θεωρώ αξιοσημείωτο να τονίσω ότι τα πρώτα χρόνια ακούγονταν πάρα πολλά Κυπριακά τραγούδια, τα οποία είχαν ενσωματώσει στα ήθη τους από την παραμονή τους οι χωριανοί μου, σαν πρόσφυγες στο νησί της Αφροδίτης. 
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, θεωρώ ολέθριο σφάλμα μου, το ότι δεν κατέγραψα τις ''Μεγάλες Αποκριές'', στιχάκια σκωπτικά και άκρως τολμηρά που όμως ήταν ενταγμένα στο μεγάλο ξεφάντωμα πριν την μεγάλη νήστεια της Σαρακοστής, πριν ακόμα η ''Καράβα με τη Γουρούνα, γυρίσουν πόρτα - πόρτα για να μαζέψουν τα απαγορευμένα προς βρώση τρόφιμα, ώστε να μην πασκάσει, κανένας πριν την ώρα του. Ο Χιώτης χαρακτηρίζεται από το εύθυμο και τίμιο του χαρακτήρα του. Το Χιώτικο πείραγμα είναι ένα διαρκές παιχνίδι λόγου - αγάπης - σκέψεις ανάμεσα σε αδερφό προς αδερφό . Φίλο προς Φίλον που περιέχει μόνο καλαμπούρι και σεβασμό χωρίς καμία επιθυμία προσβολής ή μείωσης του άλλου. 
Στον παιχνίδι των στίχων, Αρχίζει να τραγουδά ο κορυφαίος του χορού και ακολούθως κατά σειρά ένας ή μία που  του ανταπαντούν συνεχίζοντας να πλέκουν εγκώμια ή τον  ''στολίζει'' με ψεγάδια. Παιχνίδι μνημείων λόγου που άντεξε στα βάθη των αιώνων και νοστίμιζε την ζωή των προγόνων μας. Δυστυχώς την ψεύτικη πλαστική εποχή της παγκοσμιοποίησης με τις ολέθριες και καταστρεπτικές συνέπειες, χάθηκε δια παντός. 
Σας παραθέτω ένα μηδαμινό  δείγμα αυτών των στοίχων, με σεβασμό και αγάπη , αφού προηγουμένως ζητήσω ανοχή λόγω της ημέρας και την κατανόηση σας . 



Μπροστινέ μου 
που χορεύεις 
Να σε δω 

να Βασιλεύεις.

Μπροστινέ μου 
που χορεύεις 
Να σε δω 
να γουρουνεύεις. 

Με του σιαλιάκου 
το ζουμί 
να σου ξυρίσω 
το μουνί.

Του Μουνιού σου
το γλωσσίδι, 
μούριξε
κλωτσιά, σ'  αρχίδι 

Ο μπροστινός που τον τραβά
να ήταν αδερφός μου. 
Μα πάλι τονε αγαπώ,
κιας είναι ξάδερφος μου. 

Χρόνια σας Πολλά !
και του Χρόνου . Πάντα με Υγεία και Χαρά.
Καλή  - Ξέγνοιαστη  και Ανέμελη  ''Καθαρή Δευτέρα''
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 



Στην Ιερή Μνήμη Όλων αυτών των ανθρώπων, για ότι πολύτιμο και όμορφο μας μετέφεραν και μας παράδωσαν από τους προπάτορες μας. Με την Ελπίδα και την Ευχή ότι κάτι το ελάχιστο από την όμορφη και πλούσια κληρονομιά μας θα καταφέρουμε μα παραδώσουμε και εμείς στα εγγόνια μας 


Παντοτινός σας Φίλος
Μιχάλης Γ. Καριάμης 


**  Υγ . ..: Οι φωτογραφίες είναι της δεκαετίας του 1970








Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

ΝΕΝΗΤΟΥΡΙΑ




Στην κ. Γεωργία Αλεξοπούλου 
Στον Κωστή Χρήτη (Φιάκα) και στον Αχιλλέα Τσούνη


Ακλουθώντας το κάλεσμα του αδερφικού μου φίλου κ Βαγγέλη Ρουφάκη, για την λαογραφική προβολή των χωριών του Μυροβόλου νησιού μας, ξεφεύγω από την γενέθλια γη της Λαγκάδας , και πάω σε ένα ξεχασμένο παράδεισο, 65 κοντά, 66 χιλιόμετρα βορειότερα από την Χώρα. Το όνομα Νενητούρια, το άκουσα πρώτη φορά από το στόμα μιας άγιας ψυχής. Τον αξέχαστο θείο μου Κωστή Γεωργίου Κουμέντη.  Σχολιαρούδι τότε, φεύγοντας από τα Κουρούνια, είδα κάτι μικρά χωριουδάκια και ρώτησα να μάθω το όνομα τους : «Οι Ενωμένες Πολιτείες της Χίου είναι. 

Οικισμός Ψαρού 

Τρεις άνθρωποι τέσσερα χωριά » ήταν η απάντηση του. Από τότε υιοθέτησα  αυτό τον χαρακτηρισμό για τη γενέτειρα μου την Λαγκάδα. Μια και  αυτή, σε αντίθεση με τα άλλα χωριά του νησιού μας, αποτελείται από πολλούς συνοικισμούς. Από ότι έχει πέσει  στην αντίληψη μου, ερευνώντας παλιές γραφές ή ακούγοντας ανθρώπων ιστορίες, τα παλιά Νενητούρια, αρχικά θα ήταν κτισμένα κοντά στην εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου. Αρκετά ίχνη τάφων, πιστοποιούν την αλήθεια.  Σύμφωνα με τον Χιώτη Ιστορικό, Γ. Ζολώτα, η ονομασία του χωριού, προέρχεται από τις αγορασμένες νέες χέρσες εκτάσεις γης. Λογικά αυτές αγοράστηκαν από τους κτήτορες των οικισμών Κοσμάδος , Ψαρός, Χαμέτος και Αντραχλιάς  που οπωσδήποτε θα αφορούν τα ονόματα των αγοραστών.  Ο Αντραχλιάς, είναι πλέον έρημος.  Η χωριοεκκλησιά, ανάμεσα στον Ψαρό και τον Χαμέτο είναι αφιερωμένη στου Ταξιάρχες (6 Σεπτεμβρίου). Μετρά ηλικία περίπου δυο αιώνων. Μια πολύ παλιά καμαρωτή βρύση. Κάμποσα ξωκλήσια και τα ερείπια τριών νερόμυλων στον χείμαρρο του «Κισσού», αποτελούν αξιοθέατα.  

Οικισμός Χαμέτου

Ο προαναφερόμενος χείμαρρος, χωρίζει ανά δυο, τους οικισμούς στη μέση. Οι τρεις χείμαρροι του χωριού ο Κισσός , του Τσαγέργου και αυτός της Μερσινιάς  Καταλήγουν  στον ‘’Πολύκομπο’’, όπου και το ξωκλήσι του  Κρασά για να ανταμώσουν την θάλασσα. Λένε πως σε παλιούς καιρούς, γύρω από την εκκλησιά του Αϊ Γιώργη, στο παλιό χωριό της ‘’Βάστας’’, χόρευαν εβδομήντα δυο κορίτσια (72). Άκουσαν τα τραγούδια και τις φωνές, πειρατές που είχανε αράξει στην παραλία.  Αιφνιδίασαν τους απονήρευτους χωρικούς και άρπαξαν, όλες τις κοπέλες εκτός από μία. Αυτός ο λόγος και η αιτία που αποφάσισαν να μεταφέρουν τους οικισμούς, στις σημερινές θέσεις.  Μαζί τους, ήρθαν και οι φοβισμένοι κάτοικοι του ‘’Τσαγέργου’’, ενός άλλου κοντινού οικισμού. 

Άγιος Γιώργης Κρασάς 

Ο παραθαλάσσιος Ναός του Άγιου Γιώργη του ‘’Κρασά’’, στο Πολύκομπο, είναι αόρατος από τη θάλασσα μια και τον  κρύβει ένας χαμηλός λοφίσκος. Σύμφωνα με την παράδοση, τον ναΐσκο, έκτισε κάποιος άγνωστος καραβοκύρης. Είχε πέσει σε πρωτοφανή κακοκαιρία και έβλεπε τον χάρο με τα μάτια του. Ζήτησε από τον άγιο να κάμει το θαύμα του και να τους σώσει όλους μαζί με το καράβι του. Σαν ανταπόδοση, της χάρης, θα κουβαλούσε πέτρες από μακριά και θα έκτιζε το ναό του,  στην παραλία. Εκεί που ξέσερνε για να  τσακιστεί το πλεούμενο. Η ικεσία του εισακούσθηκε. Δεν ξέχασε το τάμα του. Κουβάλησε τεράστιες πέτρες από την Αρχαία Τροία.  Το μήκος τους ήταν περίπου ενάμιση μέτρο επί ένα. Τώρα για να στεριώσει καλά το κτίσμα, στη λάσπη αντί για νερό έχυναν κρασί. Αυτός και ο λόγος του προσωνυμίου  Άγιος Γιώργης Κρασάς.

ο Ταξιάρχης 

 Άλλη εκδοχή λέει, πως κάποιος από το Τσαγέργο, εμπορευόταν κρασιά. Ήλθε λοιπόν κάποτε ένας έμπορος Βολισσιανός. Μαζί του είχε δεκατρία ζώα για φόρτωση. Ο χωριανός όμως γνώριζε ότι όλο το κρασί του ήταν για δώδεκα ζα. Με κάποια δικαιολογία, άφησε τον έμπορο να περιμένει στον εξώστη του σπιτιού του, ώσπου να ετοιμάσει δεκατρία φορτώματα. Αφαιρούσε από κάθε φόρτωμα, ένα λαγήνι κρασί και πρόσθετε νερό. Έφτιαξε λοιπόν με αυτό τον τρόπο, δεκατρία φορτώματα. Αυτή η αργοπορία έβαλε ψήλους στον Βολισσιανό, ο οποίος έφυγε, χωρίς φυσικά να αγοράσει το εκλεκτό εμπόρευμα. Τα κρασιά με το πέρασμα του χρόνου ξίνισαν. Οπότε αναγκάστηκε να τα χύσει όλα στον ποταμό. Το κρασί, μέσω που ποταμού, έφτασε ως τον ναό χαρίζοντας το προσωνύμιο στον άγιο. Παραδόσεις αναφέρουν πως οι νέοι των ξεχασμένων αυτών χρόνων, είχαν μακριά μαλλιά που τάμπλεκαν σαν τις γυναίκες.  Το επίσημο ένδυμα τους αποτελούσαν η άσπρη χασεδένια βράκα, είκοσι δυο πήχεων. Αρκετό και το μήκος του μάλλινου ζωναριού. Μαύρο ή μπλε το τσόχινο γιλέκο. Ο κόκκινος σκούφος με την μαύρη φούντα, ήταν περιτυλιγμένος στα χείλη του με μεταξωτό μαντήλι. Ακόμα δε, φορούσαν και περικνημίδες.


Προ αμνημονεύτων χρόνων, η συμφορά, με τη μορφή της ‘’ευλογιάς’’, ρήμαξε το χωριό. Λέγουν πως κείνες τις μέρες, κάποιος χωριανός τους, αντάμωσε στη στράτα, τρεις θεόρατες, αποκρουστικής ασκήμιας γυναίκες. Η μια από δαύτες που είχε τεράστια δόντια, του έδωσε ένα μαντήλι γεμάτο στάρι. Του είπε ότι το έφερνε για το χωριό. Σαν έφυγαν, οι κάτοικοι αγριεμένοι, άκουγαν κραυγές ανθρώπων που πάλευαν. Πίστεψαν πως ήταν ο πολιούχος και προστάτης τους   ο Ταξιάρχης Μιχαήλ, ο οποίος, μάχονταν και εμπόδιζε την Ευλογιά, την Πανούκλα και την χολέρα να προσβάλουν τα Νενητούρια. Από κείνη την μακρινή εποχή, έμεινε η συνήθεια να αποκαλούν την κάθε άσκημη γυναίκα ‘’Σκουρδούλα’’ (πανούκλα). Καταμαρτυρούν πως για να σαγηνέψουν τους αδαείς και να πλησιάσουν  τις τρεις γυναίκες κατάρες, μάγευαν με την ομορφιά των τραγουδιών τους.

                     
Νενητούρια

Τις μέρες της πανήγυρης του άγιου τους, από πολύ νωρίς οι χωριανοί, άφηναν τις εργασίες τους και επέστρεφαν στο χωριό. Την παραμονή γινόταν ο Μέγας Εσπερινός με αρτοκλασία. Την επομένη το πρωί, Θεία Λειτουργία με τη συμμετοχή ιερέων και ιεροψαλτών των γύρω χωριών. Μόνο με την απόλυση της λειτουργίας, επέτρεπαν να ανοίξει το περιστασιακό καφενείο το οποίο έφτιαχναν στο προαύλιο του ναού. Την εκμετάλλευση του αναλάμβανε ο πλειοδότης, κατόπιν αποφάσεως της εκκλησιαστικής επιτροπής. Στον καφενέ, σερβίριζαν γλυκά μα κυρίως άφθονη Σούμα !  Ακολούθως το λόγο έπαιρναν τα όργανα ξελογιάζοντας τους πανηγυριώτες ως το μεσημέρι, ώσπου να ετοιμαστεί η κοινή τράπεζα. 

Μιχ. Καριάμης 

Όλοι όσοι έλαχαν στο πανηγύρι, απολάμβαναν το γεύμα. Η μάζωξη του δίσκου, ενίσχυε το ταμείο της εκκλησιάς. Αν παρ΄ ελπίδα και για διάφορους λόγους, κάποιος από του χωριανούς δεν συμμετείχε στο δείπνο, η εκκλησιαστική  επιτροπή,  είχε το δικαίωμα να εισπράξει από τον απόντα, το καθορισμένο  χρηματικό ποσό για τον έρανο.  Οι επισκέπτες από κάθε χωριό της Χίου, δειπνούσαν αντάμα, με την υποχρέωση να καταθέσουν τον οβολό τους στο δίσκο. Παλιοί άγραφοι κανόνες και παραδόσεις αιώνων λειτουργούσαν αποτρεπτικά σε κάθε σπιτικό την προετοιμασία φαγητού αυτή την ημέρα. Ακόμα και αν φιλοξενούσαν ξένους. Απαράβατη συνήθεια, αυτή την μέρα, όσοι ήταν στο χωριό έπρεπε να τιμήσουν το κοινό τραπέζι. Χορτάτοι πια, συνέχιζαν το γλέντι με τη συμμετοχή όλων μα κυρίως της νεολαίας. Η διασκέδαση κρατούσε ως αργά τη νύχτα. Ήταν χαρά και υποχρέωση όλου του χωριού να παρέχουν, κατά το δυνατόν, την καλύτερη φιλοξενία σε κάθε ξένο πανηγυριώτη ο οποίος τους τιμούσε με την παρουσία του. Συνήθειες αιώνων σε δύσκολους καιρούς ημερών στέρησης και φτώχειας μα αξέχαστης ομορφιάς. Με κυριότερο στοιχείο τα χωριά της «Άγιας Μάνας Γης της Αμανής» να ξεχειλίζουν από ανθρώπους και ζωή. Ήταν τα χρόνια πριν τη μεγάλη φυγή για ξένους τόπους και τον αφανισμό, της από αιώνων ύπαρξης μας στην Άγια και Μυροβόλο γη μας.

Καπετάν Μιχάλης Γ. Καριάμης 

Γιος και Λάτρης της Αμανής    



Στην Ιερή Μνήμη του καπετάν Παντελή Σκυριώτη, για την βοήθεια του στην τοπογραφία της περιοχής