'' ΧΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ '' . Μιχάλη Γ. Καριάμη

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ ... ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ




ο... ξενοφερμένος  Santa Claus


Καλές Γιορτές ,Φίλες και φίλοι μου…!

Επί ποδός όλα τα παιδιά του κόσμου, περιμένουν την έλευση του Παχουλού επισκέπτη. Δυστυχώς για εμένα  όταν ήμουν μικρός, το πρόγραμμα του Άγιου Βασίλη, δεν πρόβλεπε περατζάδα από το ξεχασμένο χωριό μου, οπότε δεν τον περίμενα ποτέκαι δε ήρθε να με βρει τότε που έπρεπε. 

Μέσα στο είναι μου, δεν υπάρχει ίχνος τέτοιας ανάμνησης , κάτι παρεμφερές ή το αντίστοιχο! Και όμως, σήμερα ζω με χαρά το όνειρο και τον περιμένω αγωνιωδώς, μαζί με τα εγγονάκια μου.

Μακάρι ο εξ Εσπερίας φερμένος  άγιος, με τις κόκκινες φουφούλες και τις μπότες να είχε μάτια, ψυχή και λογική, να πήγαινε σε απόμερα μέρη και φτωχογειτονιές εκεί που τον έχουν πιότερη ανάγκη.   

Σε τόπους και ανθρώπους που εκλιπαρούν  για έλεος και στοργή. Εκεί που ικετεύουν  για μια φέτα ψωμί. Άγιε μου, παραμέρισε τα φλας, τους τηλεοπτικούς  φακούς   και τις   παράτες. 

Ξεκίνα και πάλι από την ξεχασμένη Ανατολή. Από την Καισαρεία της ανθρωπιάς και της προσφοράς. Θυμήσου το αποστεωμένε, Σοφέ Ιεράρχη μας. Εσύ και ο σκοπός σου, δεν έχουν καμιά σχέση με τον παγωμένο Βορρά και τους ψυχρούς, σκληρούς άκαρδους ανθρώπους του !

Που να καταλάβει ο Santa Claus,των Δυτικών, τον ανθρώπινο πόνο και την φτώχεια ; Υπέρβαρος με φουσκωμένα ροδαλά μάγουλα. Χορτασμένος με σολομούς  και χοιρομέρι είναι !
Πάμπλουτος Με τσέπες γεμάτες Στερλίνες. Μάρκα ,  Κορώνες , Λιρέτες, Πέσος, Ευρώ .....!

Λάθος άνθρωποι, εσκεμμένα φρόντισαν να ξεκινά από λάθος μέρος, για να χαρίζει δώρα και χαρά σε  παιδιά, που δεν τα έχουν ανάγκη.

Όμως άλλα λένε οι παραδόσεις μας, τα ήθη και τα έθιμα μας. Μέρες αλληλεγγύης και αγάπης είναι. 
Μέρες Φιλανθρωπίας και προσφοράς για κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως  ηλικίας, εθνότητας, θρησκείας, γλώσσας, χρώματος, πιστεύω και κοινωνικής υποστάσεως.                                                                                      
Μη ξεχνάτε πως σήμερα, όπως και τότε που ήμουν παιδί, στην μετεμφυλιακή, ρημαγμένη Ελλάδα, ζούμε δύσκολες ώρες και μαύρες εποχές. Εποχές σκληρής στέρησης και φτώχειας.           
Ολόψυχα σας παρακαλώ όπως κάθε σωστός άνθρωπος και κάθε Έλληνας, χαρίστε αγάπη στον συνάνθρωπο σας, σε όποιον έχει ανάγκη, κυρίως στα μικρά παιδιά. Σε άρρωστους , διογμένους, απελπισμένους και   πεινασμένους
Χαρίστε απλόχερα Αγάπη, Φροντίδα . Χαρά ..!

Τέλος πάντων.
Σας ζάλισα με την «Μωρολογία» μου… Τι σας λέω τώρα και σας στεναχωρώ χρονιάρες ημέρες που είναι.
Απολαύστε τις …!

Σας ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου

ΧΡΟΝΙΑ   ΠΟΛΛΑ
              και 
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Ταπεινά


Μιχάλης Γ. Καριάμης

ο ελάχιστος μεταξύ των Ελλήνων.




Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ …. ΠΑΓΙΑΥΛΑΚΙ



Χριστουγεννιάτικη Ιστορία της Χίου 



          


Ο Γάμος τους ήταν αποτέλεσμα συνοικεσίου.
Σκέψης, υπολογισμού και ψυχρής λογικής.

Έθεσαν σαν πρωταρχικό τους σκοπό να ενώσουν και να πολλαπλασιάσουν τις περιουσίες που κληρονόμησαν ή έλαβαν από τους γονιούς τους.Έβαλαν στόχους. 
Πρώτος από όλους αυτός της επιτυχίας. 
Να αυγατίσουν τα χρήματα τους. Να κτίσουν ένα παλάτι για τους εαυτούς τους  και μετά τα αποδέλοιπα. Πράγματι με σκληρό αγώνα, οικονομία, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της στέρησης, κατάφεραν να πλουτίσουν. Ακολούθησε το σπίτι τους. 




Ο Κόσμος της μικρής κοινωνίας έβλεπε πολλές φορές με ζήλεια, το πολυτελέστατο κτίσμα να ορθώνεται σιγά – σιγά και να στολίζει την περιοχή τους. Η ζωή τους συνέχισε στον αυτό ρυθμό. Άντε πάλι, φτου από την αρχή να μαζέψουν και να γεμίσουν τον «μπεζαχτά» τους, με όσα ξόδεψαν, μα και ακόμα πιότερα. Κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, πέρασαν τα χρόνια. Όσο γέμιζε το «μαξούλι», τόσο άσπριζαν τα μαλλιά, μα περνούσαν και τα χρόνια. Χρόνια χωρίς καμιά απόλαυση. Μοναδικό τους ενδιαφέρον η κερδοφορία και ο πλουτισμός.
Κάπου πολύ κοντά τους, αγνάντια στο παλάτι τους, υπήρχε μια μίζερη παράγκα. Ένα κτίσμα της συμφοράς. Μια ένα παράθυρο χωρίς τζαμιλίκια και μια ψευτόπορτα. Με έναν ξύλινο μάνταλο, να κλεινει τα μοναδικά υπάρχοντα της στέρησης τους. Ένας «γιούκος» με μερικά στρωσίδια. Μια κασέλα αντί για τραπέζι. Στη γωνιά το τζάκι με την πυροστιά και ένα πήλινο τσουκάλι. Μερικά κουτάκια από κονσέρβες, αντί ποτηριών.  Κάνα δυο τεντζερέδια, και μια γαβάθα από όπου έτρωγαν με τα χέρια όλοι τους, αν φυσικά υπήρχε φαγητό μια που αυτό λάχαινε σπάνια. Η απουσία λάμπας δεν τους απασχολούσε. Άλλωστε δεν ήταν χρειαζούμενος αυτός ο πολυέξοδος μπελάς. Κάθε άλλο, στο απόλυτο σκοτάδι, δεν έβλεπαν τα «μαύρα χάλια» τους. Φωτογραφίες ή εικονίσματα δεν στόλιζαν κανέναν τοίχο. 
                    
Το μόνο που υπήρχε πάνω σε μια πλατιά πέτρα ήταν πεταμένα ένα βρώμικο «ντέφι» και ένα «παγιαυλάκι». 





Απαραίτητα γιατρικά, «δια πάσαν νόσον και δια πάσαν μαλακίαν.»
Για να γίνω πιο σαφής, μέσα σε αυτό το παράπηγμα της τραγωδίας, ζούσαν δυο τρεις κουρελήδες κι αποστεωμένοι γέροντες και γερόντισσες. Ένα ζευγάρι, «μεσόκοπων», και κάμποσα κακοντυμένα βρώμικα παιδάκια κάθε φίλου και ηλικίας «ων ουκ εστίν γνωστός ο συνολικός αριθμός»
Α ναι …!  Ξέχασα να σας πω πως,  όπως έλεγαν οι «κακόγλωσσοι», ο πατέρας φαμίλιας, δούλευε μόνο την Μεγάλη Παρασκευή, για να νοιώθει στο κορμί του τα πάθη και τους πόνους του Κυρίου μας …!!!
Χρόνια τώρα το απέναντι ζευγάρι, των αρχόντων βίωνε καθημερινά το ίδιο και απαράλλακτο σκηνικό. Με το χάραμα του ήλιου και το πρώτο λάλημα των πετεινών, η παράγκα ζωντάνευε. Άρχιζε φασαρία, κλάματα, φοβέρες, βρισιές και παρακάλια. Μετά από λίγο το «ξυπόλυτο τάγμα» των μικρών, με μικρά καλαθάκια ή σακουλάκια ξεμύτιζαν για την εύρεση της απαραίτητης τροφής της πολυμελούς οικογένειας. Κάποια από τα παιδιά, κυρίως τα νεαρότερα, επέστρεφαν σύντομα πίσω. Λίγο πιο νωρίς ή άλλα πιο αργά επέστρεφαν πίσω. Όσο νύχτωνε, άρχιζε η ένταση και το δράμα να μεγαλώνει. Τα γερόντια κατηγορούσαν τον γιο σαν «ανεπρόκοπο ακαμάτη».  Η κυρά τάψελνε του «Αγά» της. Τα μικρά έκλαιγαν  γοερά και παρακαλούσαν για λίγο φαί. Και τότε, για χρόνια τώρα, από το απέναντι «κονάκι» άκουγαν την ίδια χιλιοειπωμένη στιχομυθία «Πινούμενε». «Εν πινάτενε… διψάτενε». «Μα εμείς πεινούμενε»  και ούτω καθεξής, έως ότου κατάφερναν και τα πότιζαν με νερό. Σαν τα κατάφερναν, άρχιζε η δεύτερη πράξης του πολύ - παιγμένου έργου. Με ένα νεύμα, έπαιρνε η μάνα το ντέφι στα χέρια και άρχιζε να το χτυπά με ξέφρενο επιταχυνόμενο ρυθμό. Παράλληλα ο «κύρης αφέντης» έπαιζε το παγιαυλάκι. 







Να το ντέφι… να το παγιαυλάκι και ξανά, να  το ντέφι και να το παγιαυλάκι ….. και να γλέντια και γέλια. Να και χορός και τσαλίμια.   Απέ την πολλή πάλη και την κούραση, ένα - ένα τα νεαρά βλαστάρια κατάκοπα έπεφταν και ξέχναγαν την πείνα και την κακομοιριά τους στην αγκάλη του Μορφέα. Το πρωί πάλι με το χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη, ξεκίναγαν την καθημερινή ρουτίνα τους.  Έτσι και κείνη τη χρονιά. Ζύγωναν χρονιάρες μέρες Χριστουγέννων. Μόνο που τότες είχε χιονίσει νωρίς και το κρύο ήταν τσουχτερό. Το ζευγάρι των μαγκούφηδων,  βίωνε για υπέρ – χιλιοστή φορά το ίδιο έργο. Κάποια στιγμή, οι ματιές τους συναντήθηκαν. Αλληλοκοιτάχτηκαν. Η ζωή τους όλη πέρασε με μιας από μπροστά τους. Τι κατάφεραν…; Μόνοι τους και έρημοι μέσα σε ένα ατριγύριστο σαράι. Αν ποθάνουν «ίντα α κάμουν τους παράδες και τα γρόσια». Συνέχιζαν να κοιτάζονται κατάματα. Εκουνήσανε καταφατικά την κεφαλή και στα γρήγορα πριχού το μετανιώσουν και αλλάξουν γνώμη, έτρεξαν στο κατώι. Σήκωσαν πιθάρια. Μετατόπισαν  βαριά έπιπλα και αγκωνάρια. Άνοιξαν ξεχασμένες κρυψώνες και με βιά, γέμισαν ένα τσουβαλάκι «μεταλλίκια». Με κόπο και με προσοχή το’ συραν έξω από την πόρτα της παράγκας και τα απόθεσαν κάτω. Γύρισαν στο κονάκι τους, και παραμόνευαν να δουν ίντα θα γενεί. Σαν ξύπνησαν οι απέναντι και είδαν το απρόσμενο και αναπάντεχο κελεπούρι τους, έμειναν άναυδοι από την απορία. Κοίταξαν συνωμοτικά, απέναντι, και με μιας έφεραν τα βρετίκια τους στο εσωτερικό του φτωχικού τους. Απέ κείνη την ώρα και μετά τσιμουδιά. Απόλυτη σιωπή. Ούτε άχνα ούτε ανάσα δεν άκουγαν. Κανένας δεν ξεμύτισε από το τσαρδάκι. Πέρασε έτσι όλη η μέρα. Μόνο που τώρα όλη την νύχτα αχνά το τρεμάμενο φως μιας λάμπας διέλυε το απόλυτο σκοτάδι. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Δεν ξανάκουσαν το ντέφι και το παγιαυλάκι.  Στη Χάση και στη Φέξη, έβλεπαν κάποιον από τος απέναντι, κακομούτσουνο και κουρασμένο να βγαίνει βιαστικός και να επιστρέφει αμέσως πίσω για να μη λήξει ούτε στιγμή. Η αγωνία των αρωγών και η απορία μεγάλωνε. Κοιτάχτηκαν στα μάτια για άλλη μια φορά και συνεννοήθηκαν εκείνο το βράδυ να λύσουν το μυστήριο της απόλυτης σιωπής των απέναντι. Με το μυαλό τους είχαν κάνει την απλή σκέψη «Με τη στέρηση, την πείνα και την ανέχεια τους γλεντούν. Σκέψου να τους δώσουμε την δύναμη του χρήματος ίντα α κάμουν … α λωλαθούν». Έτσι σαν νύχτωσε, ντύθηκαν καλά. Συνωμοτικά και με μύριες προφυλάξεις ζύγωσαν στο ετοιμόρροπο ρημάδι. Από μια χαραμάδα έριξαν μια ερευνητική πρώτη ματιά στο εσωτερικό. Απορημένοι με μάτια γουρλωμένα κοιτάχτηκαν και κατάλαβαν το μεγάλο κακό που τους έκαναν και έχασαν την χαρά τους. Ήταν όλοι τους γύρω από την κασέλα με τα στοιβαγμένα  νομίσματα που λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. Πρόσωπα σκεπτικά. Σκληρά. Βασανισμένα. Κάποια στιγμή ακούστηκε μια κουρασμένη φωνή . Εγώ θω ρούχα και τουρλούκια να ντύσω τη γύμνια μου. Εγώ θω έναν γάδαρο για να μην περπατώ. Εγώ θω ένα σαντούρι για να πααίνω στα πανηγύρια  να γλεντώ και να βγάζω μεροκάματο. Αμέσως την σιωπή διαδέχονταν η χάβρα. Εγώ θω παράδες φώναζε ο ένας. Να πάρουμένε ένα γραμμόφωνο αντιτεινόταν ο άλλος . Άκουγαν χίλιες δυο προτάσεις, στο τέλος, δεν συμφωνούσαν πουθενά και πιάνοντας στα χέρια. Να μπουνιές, να γροθιές, να δαγκωνιές και βρισιές. Εγώ τάδα πρώτος, έλεγε ο ένας, εγώ τάφερα μέσα έλεγε ο άλλος. Εγώμαι πιο μεγάλος και να βρισιές και να ξεδίπλωμα κακίας  και μίσους.
Το κρύο πιρούνιαζε τα γέρικα κορμιά των αρχόντων μα πιο πολύ η απογοήτευση για την αναπάντεχη εξέλιξη τους υποχρέωσε να γυρίσουν πικραμένοι στο κονάκι τους. Το άλλο πρωινό, πριχού λαλήσουν οι πετεινοί, ακούνε κάποιον να κρούει έντονα την θύρα του σαραγιού τους. Βγαίνουν όξω  και βλέπουν απορημένοι το πάτερ φαμίλια αγκαλιά με το τσουβαλάκι με τα «μπικικίνια», να στέκετε ορθός στην πόρτα τους. «Νάχετενε την ευκή μου, πάρτενετε πίσω τσι διαόλους που μπάσατενε στο σπίτι μου και χάσαμενε την υγειά μας, την αγάπη μας και την ομόνοια  μας. Πάρτενε τους πίσω και ξαναδώτενε τη χαρά και το κέφι μας. Ώρα σας καλή» Είπε και με γοργό βήμα επέστρεψε στο τσαρδί του.  Έμεινα εκεί αποσβολωμένοι σαν στήλη άλατος και θάμεναν    εκεί, άγνωστο για πόσο. Άξαφνα, όμως την νεκρική σιωπή έσκήσανε φωνές, χοροί γλέντια τραγούδια ….. Και να πάλι το ντέφι….. και να το παγιαυλήκι.
Πιθανά αυτή την ιστορία να την έχετε ακούσει στον τόπο σας με διαφορετική παραλλαγή.  Πιστέψτε με, χωρίς να θέλω να σας χαλάσω το πνεύμα των ημερών, αυτό δεν συμβαίνει ούτε στα παραμύθια. Από αρχαιοτάτων χρόνων, αυτοί μου μάζευαν το χρήμα, χάριζαν απλόχερα σε μας κουτόχορτο για να αισθανόμαστε «Μακάριοι» που είμαστε  … φτωχοί … !
Καλά Χριστούγεννα και Καλές Γιορτές αδέρφια μου.

                  Μιχάλης Γ. Καριάμης
                        Πλοίαρχος Ε.Ν.

Αναμένοντας τον Νέον Ήλιο να Ανατείλει


*                    *                    *                    *


ΓΛΩΣΣΑΡΙ   :


Παγιαυλάκι    = Μικρή φλογέρα Μικρασιατών
Αποδέλοιπα   = Υπόλοιπα
Μπεζαχτάς     =  Ταμείο
Μαξούλι         =  Σοδειά, η συγκομιδή
Γιούκος           =  Καθ΄ ύψος όγκος κλινοσκεπασμάτων
Κακόγλωσσοι =  Κακεντρεχείς
Πριχού            = Πρώτου  - πριν
Βιά                   = Βιασύνη
Βρετίκια          = Αυτά που ανακάλυψες
Τουρλούκια   =  Πλεχτά υποδήματα
Πααίνω           = Πηγαίνω
Θω                   = Θέλω
Τάδα               = Τα είδα
Μπικικίνια     = Χρήματα





Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

MIKΡH AΠANTHΣH ΣΤΟΥΣ ΚΑΚΟΠΙΣΤΟΥΣ







Για τον αδελφικό μου φίλο Μιχάλη Καριάμη



   
Μανώλης Γ. Φύσσας


 « Η Μεγάλη Παρασκευή της καρδιάς μου
είναι μόνιμα στην Κυδιάντα .............
Εκεί οι αγνές ψυχές
παίρνουν τη μορφή των αγριολούλουδων
που θα στολίσουν τον επιτάφιο της........
Εκεί ο πρωινός ήλιος της Ιωνίας
ντροπαλός και συνεσταλμένος
κτυπά πένθιμα την καμπάνα που
κρατά βασανισμένο ένα πουρνάρι
στην αυλή της εκκλησιάς.....
Και όλα αυτά
για τη μόνη μυστηριακή συνάντηση…. του
παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος..
του πάθους
κάθε ανθρώπινης ιστορίας

Μανώλης Φύσσας



Μύστης και Υμνωδός των δρώμενων της Άγιας Κυδιάντας»


                   *        *       *     *


Μικρός πρόλογος μιας μεγάλης ιστορίας .
Ιστορίας μόνο για μύστες  και παιδιά .          Μύστες, ονειροπόλους, αθώες και αδάμαστες ψυχές που εξακολουθούν να πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα και στους κανόνες της παγκοσμιοποίησης. 
Σε όσους πιστεύουν και επιμένουν να περιμένουν το θαύμα της Ανάστασης Θεού - Πατρίδας και Ανθρώπων !



 Ιερός Ναός Γεννήσεως  Αγίου Ιωάννου Βαπτιστή - ΚΥΔΙΑΝΤΑΣ
 

Στους μύστες που δεν κρύβουν το μεγάλο μυστικό στο ’’ Άβατο’’  του νου,  στην σκέψη και στα κατάβαθα του είναι τους. Στους μύστες που κοινωνούν το μυστήριο,  στους εκλεκτούς, μυώντας τους  και εκείνους.    
Σε  αυτούς  που  επιμένουν  να τριγυρίζουν  στο κέντρο  του δικού  τους  κόσμου,  περιφέροντας τρεις φορές  το σύμβολο του μαρτυρίου και της τελικής νίκης.  Της νίκης της ελπίδας, της ζωής και της ανάστασης.


Μεγάλη Παρασκευή - Περιφορά Επιτάφειου Κυδιάντας
Μιχάλης Καριάμης

Χέρια όλο αρμύρα  βαστούν σφιχτά αγκαλιασμένο  το  άγιο  σύμβολο  στο στήθος. Αυτό παίρνει ζωντάνια από τους χτύπους της καρδιάς   και   να  δίνει  ρυθμό  -  σκοπό   και ανάταση σε όσους ακολουθούν την ορατή και Αόρατη κουστωδία.
Η    ταπεινή   κουστωδία,   κάθε   φορά    που αντικρίζει  στην  ανατολή,  την χαμένη  Ιωνία μας,  την  αλησμόνητη  άγια  πατρίδα, θρηνεί 
για  το Χαμό της πρωταρχικής τους ρίζας και της γενιάς τους.
Το κλάμα τους θυμίαμα στη θύμηση.
Το  Δάκρυ τους αγιασμός  και  υπόσχεση πως ‘’Δεν ξεχνούν’’ τα δίκαια τους και θα ξαναρθούν .
Θα ξαναρθούν εδώ που τους καλεί η ψυχή και η  καρδιά τους,  για να  φωνάξουν σιωπηρά ότι «τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»
Θα  ξαναρθούν  στο   κέντρο   του  δικού   τους κόσμου  να  κοινωνήσουνε    σε  μυημένους  και αμύητους, τους συμβολισμούς της αγάπης , της ομόνοιας, της ελπίδας !
Της  αέναης  συνέχειας  και της μετάβασης στο ελπιδοφόρο αύριο .
Αδέρφια μου μύστες γρηγορείτε !
Αντισταθείτε  στη  λήθη και  τον πειρασμό της αδιαφορίας.
Μην προσκυνάτε.
Μην λυγίζετε.
Μην σκύψετε  την κεφαλή σας.  
Η   ώρα  της  ανάστασης,  η   ώρα  του  φωτός ζυγώνει !
Ας    είναι   έτοιμοι  οι    λαμπαδηδρόμοι   των συμβολισμών  να  μεταφέρουν  το Ιερό φως σε κάθε γωνιά  που  σκιρτά Ελληνική  ψυχή  και περιμένει  Ανάσταση Θεού - Πατρίδας και Ανθρώπων.


Πάντα ταπεινός

Μιχάλης Γ. Καριάμης


Μύστης  των  Δρώμενων  της  Άγιας  Μάνας Κυδιάντας 






Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΑΞΕΧΑΣΤΕ ΣΤΑΜΑΤΗ ΜΑΝΕ






                                      




Σήμερα το απόγευμα, η ευλογημένη και Μυροβόλος γη των Αρμολίων  δέχθηκε στην αγκαλιά της ένα από τα πιο καλά και ευγενικά παιδιά τηςΈναν από τους ευγενέστερους  και φιλοπρόοδους ανθρώπους, που γέννησε αυτός ο τόπος.

Ένα από τους  εκλεκτούς και ξεχωριστούς Χιώτες της  Αττικής. Η παρουσία του σε κάθε Χιώτικη εκδήλωση όπου και αν  λάβαινε χώρα, ήταν δεδομένηΤαχτικός αρθρογράφος στον χιώτικο τύπο και στο περιοδικό ‘’ΔΑΦΝΗ’’. Μειλίχιος  άνθρωπος .  Πράος και Τιμιότατος . Πάντα με τον καλό λόγο στα χείλη τουΦίλος με όλους τους εκλεκτούς συμπατριώτες μας οι οποίοι, δεν άφηναν ευκαιρία να  πάει χαμένη για να του εκφράζουν την αγάπη και τον σεβασμό τουςΕιλικρινά το κενό που   αφήνει  πίσω  του  είναι   δυσαναπλήρωτο

Η ευγένεια , η καλοσύνη, η σεμνότητα και η ταπεινότητα   του, παράδειγμα προς   μίμηση. Καλό παράδειγμα, για όλους εμάς τους νεότερους που είχαμε τη καλή τύχη να μας θεωρεί φίλους του και να τον έχουμε στην παρέα μας.


                                                + Σταμάτης Μανές - Μιχάλης Καριάμης

Όσα χρόνια και αν περάσουν, θα ηχεί στα αυτιά μου, η γλυκιά και αγαπημένη φωνή τουΦωνή Πατρική  γενάτη Αγάπη , νουθετήματα, συμβουλές και επιβραβεύσεις.  Στη θύμηση μου, θα παραμείνουν ζωντανά  τα λαμπερά μάτια του και το πάντα χαμογελαστό πρόσωπο του

Απώλεια για την Μεγάλη Χιώτικη παροικία η οποία φυλλοροεί  σιγάσιγά και χάνει έναένα από τα καλύτερα στελέχη της. Ανθρώπους οι οποίοι λάμπρυναν τις εκδηλώσεις μας με την παρουσία τους.                            

Σαν Μνημόσυνο , ας αναφερθώ σε μερικούς από αυτούς, αρχής γενομένης από τον αοίδιμο Αρχιμανδρίτη Μακάριο Βαρλά. Τους : Κωνσταντίνο Μουτάφη. Αντώνη Δαμαλά . Δημήτρη Λαϊνά. Καπετάν Άγγελο Αγγελιδάκη, Καπετάν Γιώργη Καρδίζη , καπετάν  Γιάννη Παπαδόπουλο και τόσους άλλους που άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στο πέρασμα τους.                                                                                       Με  οδύνη και πόνο ψυχής  από την Αττική Γη, σου στέλνω το «Ύστατο Χαίρε» Μαζί με τους Γιώργη Διλμπόη, Βαγγέλη Ρουφάκη  και Γιώργο Μπαχά σε θεωρούσαμε αναπόσπαστο μέλος της  συντροφιάς μας. Πάντα ο λόγος μας περιείχε μια αναφορά στο αγαπημένο όνομα σου. Λαβαίνω το θάρρος και εκ μέρους όλων μας να σου ευχηθώ 
«Καλό ταξίδι, αξέχαστε και σεβαστέ φίλε, αδερφέ, πατέρα  Σταμάτη Μανέ, στο απάγκιο λιμάνι της αγκαλιάς του θεού,  ένθα ουκ έστι πόνος, ου λπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»                                       

Τα χνάρια που άφησες στο πέρασμα σου από τον ψεύτικο τούτον κόσμο, δεν πρόκειται επ ουδενί λόγω να χαθούν. Αφήνεις πίσω σου, μέσα στην οικογένεια  σου άξιους αντικαταστάτες   Η μνήμη και η σκέψη των πεπραγμένων μιας ολόκληρης ζωής θα οδηγούν πάντα τα βήματα τους στην ορθή πορεία που εσύ χάραξες.

Όλοι εμείς που σε αγαπούσαμε σαν φίλο, αδερφό και πατέρα μας με τρεμάμενη φωνή σου λέμε «Καλό ταξίδι και Καλή Ανάσταση»

Μιχάλης Γ. Καριάμης
Πλοίαρχος Ε.Ν.